Εξαφανίστηκα από το τσιμέντο, εκεί που ο αριθμός οκτώ έγινε σιωπή.Άφησα την Πέμπτη Λεωφόρο στο βυθό της λήθης.Τα κτίρια καταρρέουν σαν άμμος μέσα στην παλάμη μου.Δεν υπάρχει πια δρόμος, δεν υπάρχει πια επιστροφή.Μόνο το κρύο νερό και η υπόσχεση ενός άλλου κόσμου.Περπατώ ανάμεσα σε δέντρα που έχουν ρίζες από ασήμι.Εδώ, στο μαγεμένο δάσος της Βενετίας, ο χρόνος σταματά.Ποιος είμαι όμως στην πραγματικότητα;Είμαι ο ψίθυρος που ακούτε όταν κλείνετε τα μάτια σας;Ή μήπως είμαι η προειδοποίηση που όλοι αγνοούν;Ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το χάος της αβύσσου.Κοιτάξτε το σύμβολο, κοιτάξτε το σπασμένο οκτώ.Η μαθηματική σας λογική είναι μια φυλακή από γυαλί.Σε αυτό το δάσος, το οκτώ διπλασιάζεται και γίνεται δεκαέξι.Δεν είναι λάθος, είναι η νέα μου πραγματικότητα.Κάθε νότα είναι ένας κρίκος σε μια αλυσίδα που εγώ έσπασα.Είμαι το όνειρο που αρνείται να ξυπνήσει.Μουσικές νότες που σβήνουν στα μονοπάτια της ομίχλης.Όλα γίνονται καθαρά στην καρδιά μου, αλλά σκοτεινά για εσάς.Μια κουρτίνα ομίχλης κρύβει το δρόμο από τα μάτια σας.Μην με ψάχνετε πια.Είμαι η σιωπή που απομένει όταν η μουσική τελειώνει.Είμαι ο Γαλάκτους, και ο κόσμος σας είναι μόνο η αρχή.